Μουζικάντηδες

Οι άνθρωποι είναι γεμάτοι σπόρους. Καθώς ο χρόνος ποτίζει τις ζωές, άλλοι σπόροι ευδοκιμούν κι ανθίζουν, άλλοι πάλι - οι περισσότεροι - μαραίνονται και σβήνουν. Σα χάνονται, οι σπόροι ετούτοι γίνονται πόροι. Τώρα, έτσι είναι φύση των πλασμάτων, συνήθως, να πλάθονται κατ' έλλειψη. Εκείνο που μας λείπει, μ' άλλα λόγια, γίνεται αυτό που μας ορίζει. Από τούτη την ορφάνια γεννήθηκε το τραγούδι των ανθρώπων. Σαν ο αέρας τρυπώνει στα στήθη και τον λέμε ανάσα, γλιστρά στους πόρους που 'χουν απομείνει αδειανοί και φτιάνει τον άνθρωπο έναν ζωντανό αυλό. Γεννιέται έτσι μια μελωδία κι ένας σκοπός, μοναδικά στον καθένα. Δε λέω κάτι καινούργιο. Όλοι το 'χουμε παρατηρήσει. Άλλοι, γύρω μας, σκορπούν κεφάτα σκέρτσα κι άλλοι σιγο-σφυρίζουν αριστοκρατικά μινουέτα. Άλλοι πάλλονται κι εκρήγνυνται σε επικά ορατόρια κι άλλοι φθίνουν κι εξαφανίζονται σε παχύρρευστα ρέκβιεμ. Άλλοι διαφέρουν απ' τα αηδόνια, μόνο στο φτέρωμα, κι άλλοι πατούνε μια ζωή στον λάθος τόνο.

Τέλος, υπάρχουν κι εκείνοι που μπορούν μόνο να κλάνουν σα τρομπόνι. Από τη στόφα ετούτη φτιάχνονται, συνήθως, τα στρατιωτικά εμβατήρια.

Ο κλέφτης των βιβλίων & άλλες ιστορίες

Συμβαίνει συχνά και στις καλύτερες οικογένειες, ν' ακούει κανείς άλλοτε ό,τι τον συμφέρει κι άλλοτε ό,τι να 'ναι. Έτσι προσφάτως, ξεφυλλίζοντας κάτι ηλεκτρονικά πρωτοσέλιδα, διάβασα ξαφνικά και προς μεγάλη μου έκπληξη, πως σε εξέλιξη βρίσκονταν «οι έρευνες της ΕΛ.ΑΣ. για τον εντοπισμό του ληστή των βιβλίων»! Μέσα σε δέκατα του δευτερολέπτου είχα σκαρώσει, ασυνείδητα, ένα σωρό ιστορίες, για το προφίλ του ανθρώπου τούτου : επρόκειτο για ένα Ρομπέν των αστών, που έκλεβε βιβλία για να τα μοιράζει στους φτωχούς και αναλφάβητους; ένα σύγχρονο Βενάρδο που μοίραζε μυθιστορήματα αντί γλαδιόλες; έναν Αρσέν Λουπέν που με την ευγενή του λεπτότητα, μεταποιούσε την πεζότητα του υλικού συμφέροντος σε εστέτ εκκεντρικότητα; ή μήπως επρόκειτο απλά για φτωχό βιβλιόφιλο, ο οποίος αναγκάστηκε να καταφύγει στην ακραία τούτη λύση, καθόσον οι περισσότερες βιβλιοθήκες είναι κλειδαμπαρωμένες τις ώρες, που ο κόσμος ηρεμεί απ' τα εγκόσμια και η ψυχή είναι έτοιμη να παραδωθεί στην ανάγνωση; Δυστυχώς, τίποτε από τα προηγούμενα. Στην πραγματικότητα, μια προσεκτικότερη ματιά, ξεκαθάρισε αμέσως το πεδίο : η αστυνομία αναζητούσε, απλά, το ληστή των... Βιλίων. Προσγειώθηκα απογοητευμένος στο ρηχό ρεαλισμό, φθίνοντας μέσα στις δίνες των τελευταίων συνειρμών μου, όπως ακριβώς οι αδήριτοι στροβιλισμοί, που προκαλεί το καζανάκι, εξολοθρεύουν και το παραμικρό ίχνος ρομαντισμού.

Θυμήθηκα, λοιπόν, εκείνη τη βραδιά, τότε που μπορεί να μη φύσαγ' ο Βαρδάρης, αλλά σφούριζε όσο να 'ναι μια μικρή διαρροή, που 'χω στο κρανίο εκ γενετής, με αποτέλεσμα η μικρή νάιλον τσάντα, με τη φρέσκια βιβλιο-αποκομιδή της έκθεσης βιβλίου, να ξεχαστεί αποβραδίς κι ολοβραδίς στο χερούλι της μηχανής. Το πρωί, καθώς χάζευα ανυποψίαστος, απ' το παράθυρο, το παρκαρισμένο δίκυκλο απέναντι, ε τι να δω; ε τι; Τι βλέπω έκπληκτος κι αμήχανος (ευτυχώς, μεταφορικά);; Ακριβώς, εκείνο που μαντέψατε! Η τσάντα με τα βιβλία δεν είχε κουνηθεί, ούτε σπιθαμή! Άθικτη κι αδιάφορη, παρέμενε κρεμασμένη στο χερούλι της μηχανής, όπως παρατηρεί κανείς μια τσάντα με σκουπίδια, κρεμασμένη μπροστά σε ξώπορτα. Δε σας κρύβω, ότι η χαρά της αποκάλυψης αναδύθηκε όχι διαυγής και άκρατη, παρά λερωμένη με μια μικρή απογοήτευση. Μα είναι δυνατόν; Είναι δυνατόν - είπα, στον εαυτό μου - μια νύχτα ολόκληρη, να μη βρεθεί ουτ' ένας χριστιανός ή αλλόθρησκος, να πάρει χαμπάρι την τσάντα με το μικρό θησαυρό, να τη βουτήξει;; Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι, με το φαινομενικά ακαλλιέργητο της κοινωνίας! Θα είχα πάρει ασύγκριτα μεγαλύτερη χαρά αν κάποιος δεν κατάφερνε να συγκρατηθεί στον πειρασμό και βουτούσε την τσάντα, πανικόβλητος σα να 'χε διαπράξει το ειδεχθέστερο έγκλημα, παρά τώρα που την παρατηρούσα να λικνίζεται ανέγγιχτη. Μήπως, πάλι, ο επίδοξος ληστής έριξε, πρώτα, μια γρήγορη ματιά, μα δεν βρήκε τα βιβλία τόσο του γούστου του; Ναι, ναι, αυτό θα μπορούσα να το χωνέψω, ευκολότερα. Ο άνθρωπος, καλλιεργημένος και σκεφτικός, ανοίγει διστακτικά την τσάντα και περιεργάζεται συνοφρυωμένος. Σα να τον βλέπω μπρος μου, να μονολογεί, βαστώντας τα βιβλία, όπως ο Άμλετ το κρανίο : «Αλίμονο, καημένε Γιόρικ! Τι σαβούρες διαβάζει, στις μέρες μας, ο κόσμος!».

Αλλά αυτά δε συμβαίνουν στην πραγματική πραγματικότητα, παρά μόνο στις αναρτήσεις του Blogger. Δυο-χρόνια μετά, όταν το πείραμα επαναλήφθηκε, μ' ελαφριά παραλλαγή, τούτη τη φορά το κράνος μου, δεν πέρασαν καν λίγες ώρες κι η περικεφαλαία είχε γίνει άφαντη! Δίχως το παραμικρό ίχνος ή, έστω, ένα ευγενικό σημείωμα «φίλε, συγγνώμη αλλά το είχαμε πολύ ανάγκη, γιατί μας κλέψαν το δικό μας». Έτσι, ταπεινή συμβουλή στον αναγνώστη : ας παρατάει τα βιβλία του, όπου να 'ναι, δίχως τον παραμικρό φόβο : σε χερούλια, σε παγκάκια, στα δημόσια αποχωρητήρια. Το πολύ-πολύ να τα βρει κουτσουλισμένα. Αλλά το κράνος και τα μάτια του! Αναρωτιόμουν, στο μεταξύ, μονάχος μου : πώς στα κομμάτια κλέβεις, έτσι απερίσκεπτα, ένα χρησιμοποιημένο κράνος; Ένα κράνος χιλιομπαλωμένο και χιλιοφορεμένο; Ένα αξεσουάρ, που το φοράει ο άλλος στη λιγδιασμένη του κασίδα, άπλυτο και για μήνες; Που 'χει, σε κάθε του γωνιά, συσσωρευμένο όλο το βακτηριακό ιστορικό ξηροδερμίας και σμήγματος του κατόχου; Πώς αρπάζεις και φοράς κατάσαρκα εκείνο, που συχνά απωθούσε ως και τον ιδιοκτήτη; Ν' αρπάζεις ένα κράνος είναι το ίδιο, σα ν' αρπάζεις ένα φορεμένο σώβρακο ή μια δουλεμένη οδοντόβουρτσα.

Ένα βιβλίο, απ' την άλλη, δεν είν' το ίδιο πράμα! Πόση βρωμιά να 'χει μαζέψει ένα βιβλίο; Πόση, δηλαδή, βρωμιά άξια λόγου κι όχι τίποτα σκόνες κι υγρασίες; Άντε να 'βρεις καμιά λαδιά απροσδιόριστη (πίτσα ή τυρόπιτα), τίποτα στάμπες του καφέ, κανα-δυο ψίχουλα μπισκότο ή τρίμματα σοκολάτας. Άντε πάλι, καμιά τρίχα ή μια μικρή υποψία ξεραμένου αίματος. Τι άλλο περισσότερο; Και μ' όλη του τη δύναμη να φταρνιστεί κανείς, που να μουλιάσουνε τα φύλλα μύξα, μόλις λίγες μέρες αργότερα τα μικρόβια θα 'χουνε γίνει κόλλυβα. Θες, πάλι, να το 'χει ο άλλος κουσούρι, να ξύνει διαρκώς τον κώλο του την ώρα που διαβάζει και με το ίδιο, εκείνο χέρι, να γυρίζει τις σελίδες; Μα τι διάολο; Εκατόν πενήντα σελίδες μετά, δε θα πεταχτεί μια τουαλέτα; Θα το πλύνει το ρημάδι το χεράκι, κάποτε! Το χειρότερο που μου 'χει τύχει σε βιβλίο, πάντως, δεν είχε σχέση με άνθρωπινα υπολείμματα. Ήταν τότε, πριν από χρόνια, σαν ανακάλυψα το χαμένο, έκτο πόδι, μιας ανάπηρης κατσαρίδας, στο Ημερολόγιο του Νοστογιέφσκι. Το μπούτι, τη γάμπα κι ολάκερη τη σχετική άρθρωση. Ομολογώ πως με διακατέχει μια ιδιαίτερη ευαισθησία και η ανάγνωση τερματίστηκε άδοξα και διαπαντός. Πιθανότατα, κάποτε, να ξαναπροσπαθήσω με νεότερη έκδοση.

Και λέω : τι όμορφος, που θα 'τανε ο κόσμος μας, αν οι άνθρωποι κλέβανε περισσότερα βιβλία, από κράνη. Καταρχάς, θα 'ταν ο κόσμος ασφαλέστερος. Όχι μόνο γιατί θα κυκλοφορούσαμε με περισσότερα κράνη, αλλά επιπλέον και γιατί, απασχολημένοι απ' την ανάγνωση, θα οδηγούσαμε λιγότερο. Όσον αφορά, πάντως, στον κόσμο του βιβλίου, τα πράγματα, που μου 'χουν κάνει μεγαλύτερη εντύπωση κι έχουν σημαδέψει ανεξίτηλα τη βιβλιο-μνήμη μου είναι τα εξής δύο : το σπίτι του φρεσκο-χαμένου Έκο, που δεν ήταν σπίτι αλλά το μέρος, που θέλω να με θάψετε, κι έπειτα το σπίτι του δικού μας, συγχωρεμένου Ρίτσου, στα κάτω-Πατήσια.

Ήταν τότε που, Γ΄ Γυμνασίου ή κάτι τέτοιο, συνεννοημένοι με τη φιλόλογο - αγαπημένη Πρεβεδώρου - κινήσαμε δυο-τρία μαθητούδια να χτυπήσουμε το κουδούνι, μ' ένα μαγνητόφωνο και πολύ ντροπή, με σκοπό να ηχογραφήσουμε μια μέγιστη, ποιητική ατάκα - έστω, κάποιο ανθρώπινο μήνυμα - για τη σχολική μας εορτή. Φτάσαμε κάποτε στου ποιητή, δε θυμάμαι τη μέρα κι ίσως τελικά ούτε κι εκείνος να θυμόταν, καθώς φάνηκε να μη μας πολυ-περίμενε, έτσι όπως βρέθηκε ξάφνου μπρος μας με το πέδιλο και τις πιτζάμες. Τ' ήταν, όμως, να μας ανοίξει ο δόλιος, εκείνη τη ρημάδα πόρτα! Το πρώτο πράγμα που σφηνώθηκε στο μάτι μου, όντας σεμνός και χαμηλοβλεπής, ήταν το νύχι! ΤΟ ΝΥΧΙ!! Θεέ μου, τι νύχι ήταν αυτό;;!! Μέσα από τ' ανοιχτά πέδιλα του ποιητή, δέκα υπερδιάστατα και ξεδιάντροπα νύχια, μας αντίκρυζαν κιτρινιασμένα κι αδυσώπητα! Νύχια, π' άπαξ και γεύτηκαν τρυφερή σάρκα, πολυκατοικίσιας κατσαρίδας, έπαψαν να διψούν για οτιδήποτε λιγότερο. Με τέτοια δεινότητα κι απανθρωπιά σφηνώθηκαν οι ποιητικές εκείνες αποφύσεις, στην τρυφερή, εφηβική καρδιά μου, ώστε για το υπόλοιπο της ολιγόλεπτης παραμονής μας, στο ταπεινό διαμέρισμά του ποιητή, δε θυμάμαι το παραμικρό από τα λόγια του. Ως την αποφράδα μέρα αυτή, δεν είχα ξαναδεί από κοντά ούτε τόσο μεγάλο Ρίτσο, ούτε τόσο μεγάλα νύχια (πέραν, δηλαδή, από εκείνα του κακού του λύκου) κι ο τραυματισμένος ψυχισμός μου συνέδεσε, ισόβια και αθεράπευτα, το ποιητικό ύψος με την πυκνότητα της κερατίνης.

Κι ωστόσο, εδώ ξεκινήσαμε να μιλούμε για βιβλία κι όχι για πεντικιούρ και, δια της φλυαρίας, έχω αποκρύψει το σημαντικότερο. Το δεύτερο πράγμα λοιπόν - όσο και το ευγενέστερο - ήταν εκείνο που έσωσε, εν τέλει, την κατάσταση. Σε δευτερόλεπτα, απέσπασε το νου απ' τον αποτροπιασμό κι έκανε τη σύντομη παραμονή μου όχι μόνο να γίνει υποφερτή, μα επιπλέον να επιστρέψει στον ποιητή ένα μέρος από το θαυμασμό, που άξιζε, το μέρος όμως που περισσότερο μπορούσα να κατανοήσω, στην ηλικία εκείνη. Πίσω απ' τη φιγούρα του ανθρώπου, πίσω από το Ρίτσο και τα τρομαχτικά του δάχτυλα, απλωνόταν ένα θέαμα υπέροχο όσο κι ασύλληπτο : ένας ευωδιαστός και μαγικός κόσμος αναρίθμητων βιβλίων και τυπωμένου χαρτιού. Στον προθάλαμο - κι ίσως παντού - τα βιβλία καταλάμβαναν κάθε τετραγωνικό εκατοστό που επέτρεπε στον ποιητή να κινηθεί, ο ίδιος και τα νύχια του. Ράφια σχεδόν ανύπαρκτα, το ίδιο το σπίτι ένα πελώριο ράφι. Αμέτρητες στοίβες εκδόσεων, κάθε μορφής και είδους, ψηλές ίσα τη μέση μου, το στήθος κι ίσως ψηλότερα, αν επέτρεπα στη μνήμη, ν' αποχαλινωθεί από τη μεγέθυνση που επιφέρει ο χρόνος. Σωροί και παρασώρια κι οποιοσδήποτε στερεομετρικός συνδυασμός, πάνω στον οποίο μπορεί να στηριχθεί ένας τόμος, ώστε το πάτωμα και τα έπιπλα να ωχριούν, σαν αμυδροί απόηχοι, στο περιθώριο. Το πάτωμα που δεν είχε πλέον απομείνει, παρά μια θεωρητική υπόθεση, μια σύμβαση να σε προστατεύει από την τρέλα. Καθώς, δεν υπήρχε η παραμικρή αντίφαση, αν φανταζόταν κανείς πως δεν υπήρχε καν πάτωμα ∙ πως οι σωροί των βιβλίων ορθώνονταν απ' το ισόγειο ή τα θεμέλια ή στο, κάτω-κάτω, πάνω τους μπορεί να στηριζόταν ολάκερο το οικοδόμημα. Φύγαμε κάποτε, μα οι βαθιές τούτες εικόνες έχουνε πια διαμορφώσει ανεπίστρεπτα τον άνθρωπο, οπού 'χω καταλήξει, τις ομορφιές, μα και τους τρόμους του.

Τέλος πάντων, αν είναι να πω κάτι για μένα, εδώ που φτάσαμε, τρία πράγματα δεν υπάρχει περίπτωση να λείψουνε, ποτέ, απ' το σπίτι μου : βιβλία, κράνος και φυσικά ο νυχοκόπτης. Από πού ξεκινήσαμε, όμως, και πού καταλήξαμε! Έτσι συμβαίνει, συνήθως, άμα έχεις καλή παρέα, όπως τώρα που κάθομαι και γράφω μόνος μου. Κάπου εδώ, ωστόσο, ώρα να κλείσω, καθότι πιάστηκε κι ο κώλος μου. Καλή συνέχεια σε όλους και όλες.

Μια μικρή ιστορία γνωριμίας …

Φοιτητής όντας, τα καλοκαίρια που τα κουνούπια ξανάπαιρναν ν’ αποθρασύνονται, έπιανα εκείνα τα μικρά, χάρτινα κουτάκια, όπου πωλείται το τσάι ή άλλα ροφήματα, και τα καπάκωνα, παραφυλώντας τα σε τοίχους και ταβάνια – καθότι, βλέπετε, οι οικονομικές μου δυνατότητες δεν επέτρεπαν ψηλότερο ταβάνι. Κατόπιν κι αφου τα μετέφερα προσεκτικά έξω απ’ το σπίτι, τ’ απελευθέρωνα να πάνε στην ευχή του θεού – που λέμε.

Σήμερα, πάλι – 24 χρόνια μετά – η πρώτη μου αντίδραση είναι η εξολόθρευση. Υπάρχει, φυσικά, κάποια υστερινή σκιά ενοχής και, αναπόφευκτα, θα υπάρχει παντοτινά. Όπως υπάρχουν και θα υπάρχουν, φυσικά, στοιχεία δισταγμών – φευγαλέα, μα υπαρκτά – της τάξης των δεκάτων του δευτερολέπτου κι ωστόσο, συχνά, υπεραρκετά ώστε να επιτρέψουν στο επίδοξο θύμα την έγκαιρη διαφυγή. Το αποτέλεσμα, παρ’ όλα αυτά, αναλλοίωτο: η εξολόθρευση. Τα βλέπω, τότε, να κείτονται συνθιμμένα, μέσα σε μικρές φουσκίτσες αίμα – συνήθως δικού μου – και δε μπορώ, παρόλα αυτά, ν’ αρνηθώ μια κάποια μικρή ικανοποίηση.

Ηθικό δίδαγμα; Το αποτέλεσμα και στις δύο περιπτώσεις ίδιο: το πρόβλημα, στον άλφα ή βήτα βαθμό, λύνεται! Γεννάται, όμως, ένα αμείλικτο – σε αντίθεση με μένα τον ίδιο – ερώτημα. Τελικά, ποιος άνθρωπος από τους δύο είμαι; ο φιλεύσπλαγχνος ή ο εξολοθρευτής;

[ 2013 ]

ΤΟ ΣΚΟΥΠΙΔΙ - Μικρές ιστορίες για πέταμα [#03]

[ Ιανουάριος 2017]

Χριστούγεννα (τα) = Σύνθετη λέξη. Πρώτο συνθετικό, η αβάσταχτη ανία των χορτάτων. Δεύτερο, η μελαγχολία μιας εκβιασμένης υπόσχεσης. Στους αιώνες των ανθρώπων, δεν πρέπει να 'χουν υπάρξει γενιές άλλες - από τις δυο-τρεις τελευταίες - με ζωές όμοια λιπαρές, χαραμισμένες στη ματαιότητα και στην πλαστικούρα. Αν κοιτάξει κανείς γύρω του, βλέπει μυαλά τόσο παχύσαρκα, ώστε οι σβέρκοι θα 'πρεπε να 'χαν τσακιστεί στα δύο. Ζωές άχρηστες και τόσο μάταιες, πεταμένες με τέτοιαν αστοχασιά, εδώ κι εκεί, ώστε αν τύχει και ξεστρατίσεις σε κάποιο κοιμητήριο, από αφηρημάδα, ζήτημα να καταλάβεις τη διαφορά. Και τα παιδιά μας, κι εκείνα κατ' εικόνα κι ομοίωση. Έχεις προσέξει ποτέ παιδί με γεμάτο στομάχι, μπροστά σε γιορτινή βιτρίνα; Δεν καθρεφτίζεται τίποτα ∙ ούτε στη βιτρίνα, ούτε στο παιδί.

Ο χορτάτος πίθηκος, ωστόσο, έχει εκπαιδευτεί καλά σε τέτοιες εξισώσεις. Στους ζωολογικούς κήπους, όπου ζούμε λεύτερα, βρήκαμε στην επανάληψη το τέλειο καταφύγιο του μαλάκα. Μέσω της ίδιας και της ίδιας εορταστικής φλυαρίας, προσμένουμε και φέτος μήπως αλλάξει κάτι. Μέσα στους παραμυθένιους τενεκέδες, στα πολύχρωμα σκουπίδια, ψαχουλεύουμε μια τζούρα ευτυχίας, μια φέτα δαγκωμένη, ας είναι ένα-δυο ψίχουλα. Κι αφού ο Έρωτας δε δωρίζεται, παρά κερδίζεται, ψάξε-ψάξε ελπίζουμε τουλάχιστον σ' έναν άλφα οργασμό, σ' ένα κοκορέτσι βρε αδερφέ. Στο τέλος, βυθιζόμαστε στο λήθαργο του ανθρώπου που χωνεύει τα σωθικά του, λες και κατέκτησε το Έβερεστ της αυθεντικότητας, κι έπειτα του χρόνου πάλι. Παραφουσκωμένοι με κουραμπιέδες και ποικιλία σφαχτών, έχουμε παρεξηγήσει την ψυχή μας για στομάχι. Ίσως πήραμε, τούτα τα δύο, για τίποτα συγκοινωνούντα δοχεία. Λες πως, αν τηλώσει το κωλάντερο, δε μπορεί, κάτι θ' αρπάξει κι η ψυχή. Εις μάτην, φυσικά. Το πολύ-πολύ ν' αρπάξει μια κουράδα.

Τα σπίτια μας μετατρέπονται σε χαριτοδιπλωμένα μπουρδέλα. Τσαχπίνικα φωτάκια φτιασιδώνουν τα ντουβάρια μας κι η μούχλα μοιάζει ντεκόρ, χοντροκώληδες αγιοβασίληδες παλεύουν στα μπαλκόνια, ν' αποδράσουν προτού σωθεί κι η τελευταία ρανίδα αξιοπρέπειας - ηττώνται κατά κράτος -, ηλεκτρονικές μουσικούλες θεραπεύουν τη φτήνια ομοιοπαθητικά, φάτνες κακοβαμμένες, στραβοκολλημένες από κάποιον αγχωμένο, ανήλικο μαστοράκο... η λίστα μοιάζει ατελείωτη. Κι η αγάπη - ε πόση αγάπη πια - μεταξύ των ανθρώπων, τούτη την εποχή! Σε κάνει κι αναρωτιέσαι "πού διάολο κρυβότανε τόση αγάπη, όλο τον υπόλοιπο χρόνο;". Δεν είναι τυχαίο, συχνά λέμε "καλά χριστούγεννα" εννοώντας "ζήσε Μαή μου", με άλλα λόγια "θα μας φάει η μαλακία, ώσπου... ", έστω κι αν δεν είναι σωστό, να υποτιμούμε τη μαλακία. Ακόμα και στη Βίβλο, για να φτάσει κανείς στον καλό Χριστούλη, χρειάζεται πρώτα να περάσει απ' τον Αυνάν. Στο Χριστούλη βέβαια δε φτάνουμε ποτέ - το πολύ πολύ, μέχρι τον Κωτσόβολο - αλλά δεν είναι και πως τον ψάχνουμε κιόλας. Τον Αυνάν, από την άλλη...

Δεν είναι τυχαίο, που η μοναξιά φουσκώνει και θεριεύει, όσο πλησιάζουμε στις άγιες μέρες. Είναι που, επιτέλους, κοντοστεκόμαστε μια στάλα. Αν κοντοστεκόμασταν πριν τρεις μήνες ή πριν το κολατσιό, το ίδιο θα 'κανε. Δε φταίνε τα Χριστούγεννα. Φταίει που διαρκώς τρέχουμε - φόβος είναι, να μας προλάβει κάνα συναίσθημα και να ψοφήσουμε από υπερβολική δόση. Φτάνει, λοιπόν, μια πονηρή στιγμούλα, που μας βρίσκει αμήχανους απέναντι σ' έναν καθρέφτη, μια τζαμαρία ή μια χριστουγεννιάτικη μπάλα. Ξάφνου, βλέπουμε πιο πέρα απ' τα σπυριά, την ξεραμένη τσίμπλα ή το πόσο μεγάλη είν' η μύτη μας. Αναπάντεχα, τα μάτια μας θυμούνται να βλέπουν, γίνονται ματιές. Κοιτούμε σαν να 'ναι η πρώτη φορά. Κοιτούμε τους εαυτούς μας τίμια και βαθιά, σα νυστέρια, λες και κάποιος ξεχάσε να συνδέσει τους συναγερμούς, να κατεβάσει τις αμπάρες ή να μας χώσει πίσω στο προφυλακτικό μας. Τώρα, τι βλέπουμε 'κει μέσα, βαθιά, δε θέλει και μεγάλο ρώτημα. Μα είστε ηλίθιοι; Τι άλλο καθαρότερο μπορεί να φυλά κανείς στα σπλάχνα του, παρά το θάνατό του;

Αυτά τα κολοκύθια με τις Βηθλεέμ, τα ρεβεγιόν και τα λαμπιόνια, δεν είναι παρά οι εκκωφαντικές κραυγές ανθρώπων, που ξέχασαν εδώ και χρόνια την τέχνη να ζουν. Είναι σπασμοί κι υπεκφυγές, όχι μόνο για τις ευκαιρίες που γινήκανε ανεπιστρεπτί καπνός, μα περισσότερο για τις στιγμές τις επόμενες, που καταφτάνουν δροσερές κι εμείς κραδαίνουμε μπαλτάδες, σα χασάπηδες. Ελάτε τώρα! Μην κάνετε την πάπια, ότι - και καλά - δεν ξέρετε το πόσο χέστες είστε. Το πόσο σας τρομάζει η ιδέα να πάρετε τη ζωή στα χέρια σας και να την κάνετε εσωτερικό κόσμο, αντί για ιλουστρασιόν εξώφυλλο. Ευχές, υποσχέσεις, σχέδια για το νέο έτος, τι 'ν' όλα τούτα, παρά μνημόσυνα μιας ήττας προαναγγελμένης από καιρό, απ' τη ρηχότητα με την οποία αγκαλιάζεστε, ονειρεύεστε ή κάνετε έρωτα, όλο το χρόνο;

Τι να ευχηθεί τώρα, ένας ανόητος - εγώ - στον άλλο; Ξερω-γω; Να, όπως κοντοστάθηκες σήμερα, μπροστά σε τούτο το σκουπίδι, έτσι να κοντοστέκεσαι, συχνότερα.

ΤΟ ΣΚΟΥΠΙΔΙ - Μικρές ιστορίες για πέταμα [#02]

Τα σκουπίδια μιλάνε με σολοικισμούς και γράφουν με ανορθογραφίες, όμως μιλούν και γράφουν. Κάθε που τραγουδούν τραγουδούν φάλτσα και κάθε που χορεύουν χορεύουν άτσαλα. Όμως τραγουδούν και χορεύουν. Αρκεί κανείς να κοιτάξει σωστά και να γνωρίζει, φυσικά, την ιδιαίτερη νοηματική των σκουπιδιών, που μόνο τα σκουπίδια καταλαβαίνουν. Πίσω από κάθε σκουπίδι, βέβαια, κρύβεται κάποιος άνθρωπος. Μ' αν το καλοσκεφτείς, τις περισσότερες φορές, ο άνθρωπος και το σκουπίδι ταυτίζονται. Κακώς, βδελυττόμαστε τα σκουπίδια. Τα σκουπίδια, προτού γίνουν τέτοια, δεν ήταν διόλου σκουπίδινα. Κάποιος τ' αγάπησε. Κι αν η αγάπη είναι βαριά κουβέντα - πράγματι - τότε ας πούμε ότι κάποιος τα πόθησε. Για λίγο ή για πολύ, αλλά τα πόθησε. Τα λάτρεψε γι' αυτά τα ίδια, για το περιεχόμενό τους ή γι' αυτό που τον έκαναν να νιώσει.

Θα μου πείτε τώρα, όλα τα σκουπίδια δεν είναι της ίδιας πάστας, είναι λογιών λογιών. Κάποια σιχαίνεσαι και να τα κοιτάξεις, γεμάτα γλίτσα κι αποφορά. Φαντάζεσαι τετάνους, λέπρες κι ένα σωρό τέτοια, προσβλητικά. Είναι άλλα που τα φοβάσαι, όπως τα μοβόρικα καπάκια απ' τις κονσέρβες, που μια φορά γεύτηκαν αίμα ανθρώπινο κι, έκτοτε, έπαψαν να λυμαίνονται οτιδήποτε άλλο. Κάποια πάλι κείτονται απλά τσαλακωμένα και πατικωμένα, σχεδόν αλώβητα από την παρακμή. Με μια απλή μεταποίηση ή παραποίηση, θα μπορούσαν να λάμψουν και πάλι στη δόξα την πρότερη (ίσως και μεγαλύτερη).

Τέλος, υπάρχουν και τα σκουπίδια εκείνα, που δεν είναι καν σκουπίδια. Έπαψαν κάποτε να είναι χρήσιμα στον τάδε, αλλά θα μπορούσαν κάλλιστα να συνεχίσουν την καριέρα τους στο δείνα. Αυτά τα τελευταία, λένε τη μεγαλύτερη αλήθεια, που μπορεί να ειπωθεί για τα σκουπίδια : ένα σκουπίδι έχει νονό, κάποιος το βάφτισε, δεν ήταν πάντα σκουπίδι κι ούτε έγινε στ' αλήθεια ποτέ. Απλά, τη χρόνικη στιγμή μηδέν, όλοι έπιασαν να το φωνάζουν "σκουπίδι", ώσπου το πίστεψε ακόμα κι αυτό. Τ' αληθινό του όνομα, την ουσία του, κανείς δεν πρόκειται ποτέ να τα μάθει. Ειρωνικά, ούτε το ίδιο.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιων σκουπιδιών, που μου 'ρχεται στο μυαλό, είναι κάποια παιδιά, κάποιων οικογενειών. Παιδιά, που γεννήθηκαν κι ανατράφηκαν ως γιορτινά περιτυλίγματα κι αλουμινόχαρτα, για να ντύσουν τα γούστα μιας ερωτικής επιχείρησης ή τους όρους ενός συμβολαίου, τις ανάγκες ενός πένθιμου ρεβεγιόν, μιας μετάθεσης, ενός επιδόματος, της ζωής που περνάει. Οι έρημες αυτές ψυχές (εξακολουθούν ν' αποστραγγίζονται από τους γονείς τους, την ώρα που μιλάμε) μοιάζουν με τις συσκευασίες των κρουασάν, που τις παρασέρνει ο αγέρας. Περιφέρονται, συνεχώς, με τη μνήμη εκείνη της αλλοτινής γλύκας, τη μαγιά που φέραν κάποτε στα σωθικά τους, μα το μόνο που τους έχει απομείνει πλέον είναι μια ελάχιστη ικανότητα να γυαλίζουν κι η ευσπλαχνία των ανέμων.


ΤΟ ΣΚΟΥΠΙΔΙ - Μικρές ιστορίες για πέταμα [#01]

Αν τα πεζοδρόμια είχανε στόμα να μιλήσουν, θα μας έλεγαν καταρχάς να μη τα φτύνουμε και κατά δεύτερο λόγο να τα σκουπίζουμε συχνότερα. Θα μας έλεγαν, επίσης, ένα σωρό σκοτεινές ιστορίες, από το πλην άπειρο των ανθρώπων.

Μπήκαμε ήδη για τα καλά στην εποχή του γυμνοσάλιαγκα. Τα μεζεδοπωλεία έχουνε πια ρίξει τα τελευταία τους φθινοπωρινά φυλλάδια κι ένα παχύ στρώμα μπίχλας και σαβούρας, ταμπουρωμένο στις κώχες απ' τα κράσπεδα, κουτσομπολεύει τον κοσμάκη που περνάει. Το ανθρωπομάνι ετούτο έχει κατακλύσει τα γνώριμα άλλοθι της ανίας κι οι χοντρές κωλάρες εδραιώθηκαν ξανά στα δάση από καρέκλες, πατικωμένες μία δίπλα στην άλλη με χάρη, όπως οι κουράδες στους βόθρους.

Δεν ξέρεις πια τι είναι πρέπον : να κλάψεις, να γελάσεις, να ξεράσεις ; Γύρω άνθρωποι δίχως μάτια, στόματα ή μυελό των οστών ∙ μονάχα πανάκριβα εντόσθια.

Μια παρέα, στην είσοδο ενός υπονόμου, παραγγέλνει μπύρες και τον κωδικό του wi-fi. Στην άκρη, δυο ηλικιωμένες κατσαρίδες αναμετρώνται μ' ένα παρόν παντελώς ξένο κι αποσυντίθενται πάνω στην προσπάθεια. Ένα ζευγάρι χαμουρεύεται πλάι σ' ένα πεταμένο στρώμα, ξεχαρβαλωμένο και λερό - πιο 'κει, ένας οδηγός, περιμένοντας το φανάρι, αυνανίζεται παρέα τους. Μια οικογένεια καταβροχθίζει μιαν άλλη οικογένεια, μέσα σ' έναν κάδο ανακύκλωσης. Από πάνω τους, ένα γκαρσόνι παλεύει να κλείσει το καπάκι - το αφεντικό φοβάται μήπως φανούν τα παρασκήνια. Στο ρόλο του κομπάρσου, ο γραφικός ανάπηρος. Παλεύει να διασχίσει τα παρκαρισμένα τραπεζάκια, μα είναι σχεδόν αόρατος, γιατί ζει στον κόσμο των ανάπηρων - κάπου ενενήντα μοίρες γωνία, από τα βλέμματα. Σαν βλέπει πως δεν τα καταφέρνει, σηκώνεται, μεταμφιέζεται σε δεκαπεντάχρονη, που με τη σειρά της μεταμφιέζεται σε πόρνη. Είναι ο μόνος έρωτας, που τη δίδαξαν να περιμένει. Γλιστράει πια με άνεση, ανάμεσα σε βλέμματα και μασέλες.

Θα 'λεγε κανείς πως η αδιαφορία κι η ασυδοσία είναι κάποιο είδος ανεξερεύνητου, φυσικού περιβάλλοντος. Χαζεύοντας και συγκρίνοντας το πλήθος με τα σκουπίδια, αναρωτιέται κανείς - πολύ τίμια - μην είναι τα τελευταία περισσότερο άνθρωποι απ' τους ανθρώπους. Κι είπα "μακάρι". Στο κάτω-κάτω, θα 'ταν η χαρά διπλάσια, να ποδοπατούμε κάτι που ψυχορραγεί, παρά το άψυχο. Αλλά τα σκουπίδια δεν είναι άνθρωποι κι έτσι μένει, μονάχα, να εξετάσουμε μην είναι οι άνθρωποι σκουπίδια.

Για φαντάσου... ετούτο το βαρετό, τραυματισμένο πλήθος είναι οι συνοδοιπόροι μας, είναι τα πρόσωπα που έλαχε να μοιραστούμε τη διαδρομή της τρέλας. Κι όμως, κανείς τους δε μοιάζει να πηγαίνει πουθενά. Οι περισσότεροι δίνουν την εντύπωση πως έχουν ήδη φτάσει - το πιο πιθανό στο θάνατό τους. Και τις λίγες φορές, σαν αναζήτησα ανθρώπους αντί για ζόμπι, σκόνταφτα πάντα στα ίδια και στα ίδια οικεία χαμόγελα. Τρεις κι ο κούκος, δηλαδή, σε μία ανθρωπο-θάλασσα εκατομμυρίων. Όχι βέβαια κούκοι σαν κι εμάς, του συρμού. Παρά με χέρια τραχιά και πλατιά, ίδια με τα χέρια των ανθρώπων του μόχθου, φτυάριζαν τα σωθικά τους κι έδιναν, έδιναν τόσο, ώστε αναρωτιόμουν ( εγώ που γνώριζα μόνο να παίρνω ) : μα έχει ο άνθρωπος πια τόσο περίσσεμα στα στήθια του, τόσο ζυμάρι ;

Φτάσαμε πλέον στο σημείο, όπου συγκρίνουμε τη βούρτσα με την πούτσα. Κι από τη μία ο κόσμος που γαμάει και δέρνει, από την άλλη ο κόσμος που γεννάει και τίκτει. Στήνεται από τη μία τ' ανθρώπινο υφαντό από χέρια καρτερικά, πληγιασμένα, ξηλώνεται απ' την άλλη από χέρια μανικιούρ. Κι ήταν εκεί, όπου κατάλαβα - καθώς διχαζόμουν κι αλληθώριζα, όπως όλοι - πως αν δε ματώσεις, αν δε στραγγίξουν οι δικές σου σάρκες, ψωμί να φας, ψωμί να μοιράσεις, ψωμί τέλος πάντων δε φτιάχνεις. Πάντα τις σάρκες των άλλων θα κανιβαλίζεις.

Κι είπα " Να, αυτό πρέπει να κάνουμε! ". Πήρα, λοιπόν, το δίκοπο σουγιά κι έπιασα να τεμαχίζομαι σε λέξεις του πεταματού. Από τώρα και στο εξής θα πάψω να είμαι παρομοίωση. Θα πετιέμαι κι εγώ στα πεζοδρόμια, θα κείτομαι μέσα στη λέρα, κάτω από τις σκοτεινές μεταμεσονύχτιες γέφυρες, θα σέρνομαι στους οχετούς, δίπλα στ' αποτσίγαρα και στ' αδέρφια μου. Κι άμποτε σκάσει ετούτο το πλαστικό, γυαλιστερό κουκούλι, μια στο εκατομμύριο απ' τα σπλάχνα του, να γεννηθεί ένας αληθινός άνθρωπος.