ΤΟ ΣΚΟΥΠΙΔΙ - Μικρές ιστορίες για πέταμα [#01]

Αν τα πεζοδρόμια είχανε στόμα να μιλήσουν, θα μας έλεγαν καταρχάς να μη τα φτύνουμε και κατά δεύτερο λόγο να τα σκουπίζουμε συχνότερα. Θα μας έλεγαν, επίσης, ένα σωρό σκοτεινές ιστορίες, από το πλην άπειρο των ανθρώπων.

Μπήκαμε ήδη για τα καλά στην εποχή του γυμνοσάλιαγκα. Τα μεζεδοπωλεία έχουνε πια ρίξει τα τελευταία τους φθινοπωρινά φυλλάδια κι ένα παχύ στρώμα μπίχλας και σαβούρας, ταμπουρωμένο στις κώχες απ' τα κράσπεδα, κουτσομπολεύει τον κοσμάκη που περνάει. Το ανθρωπομάνι ετούτο έχει κατακλύσει τα γνώριμα άλλοθι της ανίας κι οι χοντρές κωλάρες εδραιώθηκαν ξανά στα δάση από καρέκλες, πατικωμένες μία δίπλα στην άλλη με χάρη, όπως οι κουράδες στους βόθρους.

Δεν ξέρεις πια τι είναι πρέπον : να κλάψεις, να γελάσεις, να ξεράσεις ; Γύρω άνθρωποι δίχως μάτια, στόματα ή μυελό των οστών ∙ μονάχα πανάκριβα εντόσθια.

Μια παρέα, στην είσοδο ενός υπονόμου, παραγγέλνει μπύρες και τον κωδικό του wi-fi. Στην άκρη, δυο ηλικιωμένες κατσαρίδες αναμετρώνται μ' ένα παρόν παντελώς ξένο κι αποσυντίθενται πάνω στην προσπάθεια. Ένα ζευγάρι χαμουρεύεται πλάι σ' ένα πεταμένο στρώμα, ξεχαρβαλωμένο και λερό - πιο 'κει, ένας οδηγός, περιμένοντας το φανάρι, αυνανίζεται παρέα τους. Μια οικογένεια καταβροχθίζει μιαν άλλη οικογένεια, μέσα σ' έναν κάδο ανακύκλωσης. Από πάνω τους, ένα γκαρσόνι παλεύει να κλείσει το καπάκι - το αφεντικό φοβάται μήπως φανούν τα παρασκήνια. Στο ρόλο του κομπάρσου, ο γραφικός ανάπηρος. Παλεύει να διασχίσει τα παρκαρισμένα τραπεζάκια, μα είναι σχεδόν αόρατος, γιατί ζει στον κόσμο των ανάπηρων - κάπου ενενήντα μοίρες γωνία, από τα βλέμματα. Σαν βλέπει πως δεν τα καταφέρνει, σηκώνεται, μεταμφιέζεται σε δεκαπεντάχρονη, που με τη σειρά της μεταμφιέζεται σε πόρνη. Είναι ο μόνος έρωτας, που τη δίδαξαν να περιμένει. Γλιστράει πια με άνεση, ανάμεσα σε βλέμματα και μασέλες.

Θα 'λεγε κανείς πως η αδιαφορία κι η ασυδοσία είναι κάποιο είδος ανεξερεύνητου, φυσικού περιβάλλοντος. Χαζεύοντας και συγκρίνοντας το πλήθος με τα σκουπίδια, αναρωτιέται κανείς - πολύ τίμια - μην είναι τα τελευταία περισσότερο άνθρωποι απ' τους ανθρώπους. Κι είπα "μακάρι". Στο κάτω-κάτω, θα 'ταν η χαρά διπλάσια, να ποδοπατούμε κάτι που ψυχορραγεί, παρά το άψυχο. Αλλά τα σκουπίδια δεν είναι άνθρωποι κι έτσι μένει, μονάχα, να εξετάσουμε μην είναι οι άνθρωποι σκουπίδια.

Για φαντάσου... ετούτο το βαρετό, τραυματισμένο πλήθος είναι οι συνοδοιπόροι μας, είναι τα πρόσωπα που έλαχε να μοιραστούμε τη διαδρομή της τρέλας. Κι όμως, κανείς τους δε μοιάζει να πηγαίνει πουθενά. Οι περισσότεροι δίνουν την εντύπωση πως έχουν ήδη φτάσει - το πιο πιθανό στο θάνατό τους. Και τις λίγες φορές, σαν αναζήτησα ανθρώπους αντί για ζόμπι, σκόνταφτα πάντα στα ίδια και στα ίδια οικεία χαμόγελα. Τρεις κι ο κούκος, δηλαδή, σε μία ανθρωπο-θάλασσα εκατομμυρίων. Όχι βέβαια κούκοι σαν κι εμάς, του συρμού. Παρά με χέρια τραχιά και πλατιά, ίδια με τα χέρια των ανθρώπων του μόχθου, φτυάριζαν τα σωθικά τους κι έδιναν, έδιναν τόσο, ώστε αναρωτιόμουν ( εγώ που γνώριζα μόνο να παίρνω ) : μα έχει ο άνθρωπος πια τόσο περίσσεμα στα στήθια του, τόσο ζυμάρι ;

Φτάσαμε πλέον στο σημείο, όπου συγκρίνουμε τη βούρτσα με την πούτσα. Κι από τη μία ο κόσμος που γαμάει και δέρνει, από την άλλη ο κόσμος που γεννάει και τίκτει. Στήνεται από τη μία τ' ανθρώπινο υφαντό από χέρια καρτερικά, πληγιασμένα, ξηλώνεται απ' την άλλη από χέρια μανικιούρ. Κι ήταν εκεί, όπου κατάλαβα - καθώς διχαζόμουν κι αλληθώριζα, όπως όλοι - πως αν δε ματώσεις, αν δε στραγγίξουν οι δικές σου σάρκες, ψωμί να φας, ψωμί να μοιράσεις, ψωμί τέλος πάντων δε φτιάχνεις. Πάντα τις σάρκες των άλλων θα κανιβαλίζεις.

Κι είπα " Να, αυτό πρέπει να κάνουμε! ". Πήρα, λοιπόν, το δίκοπο σουγιά κι έπιασα να τεμαχίζομαι σε λέξεις του πεταματού. Από τώρα και στο εξής θα πάψω να είμαι παρομοίωση. Θα πετιέμαι κι εγώ στα πεζοδρόμια, θα κείτομαι μέσα στη λέρα, κάτω από τις σκοτεινές μεταμεσονύχτιες γέφυρες, θα σέρνομαι στους οχετούς, δίπλα στ' αποτσίγαρα και στ' αδέρφια μου. Κι άμποτε σκάσει ετούτο το πλαστικό, γυαλιστερό κουκούλι, μια στο εκατομμύριο απ' τα σπλάχνα του, να γεννηθεί ένας αληθινός άνθρωπος.

Δε βγαίνει νόημα!

Τελικά ποιος το γνωρίζει, να μου πει ‘τούτο μονάχα, αν δηλαδή οι λέξεις φτιάχτηκαν για να ενώνουν ή να χωρίζουν τους ανθρώπους ; Ποιος σατανάς εφηύρε τις κουβέντες, τα λόγια «τα σταράτα», τις γνώμες και τις συγγνώμες ; Ποιος διάολος βάλθηκε να σπείρει τη διχόνοια ανάμεσά μας κι άφησε να ριζώσουν μες στα κεφάλια μας ορισμοί, αίτια κι αιτιατά κι άλλα ζιζάνια και μύκητες, εν πρώτοις ακίνδυνοι για το ανεκπαίδευτο μάτι ή μυαλό ; Σπάζει ο καθρέφτης κάθε πράγματος σε χίλια κομμάτια κι άλλο είδωλο λατρεύω εγώ, άλλο εσύ κι έτσι μιλώντας τεμαχιστά, πιάνει ο καθένας το δικό του αιχμηρό θραύσμα και το καρφώνουμε ο ένας στην καρωτίδα του άλλου, λες κι είναι η αλήθεια ενέσιμη κι εμείς οι φορείς του εμβολίου.

Τα λέω τα πράγματα έτσι, γιατί κι εγώ σφαγμένος και σφάχτης αναρρώνω από κάποια μάχη πρόσφατη . Όπου πια ξέχασα να μιλώ - ή τι σημαίνει να μιλώ . Όπου είδα τούτες τις ψαλιδιές της αμφιβολίας να αποκόπτουν τα νήματα απ’ τα νοήματα κι όλες τις λέξεις να σωριάζονται - όχι στα πόδια μου, τουλάχιστον τότε θ’ αλάφρωνε λίγο το βάρος, αλλά στον τράχηλο, στους ώμους, στα ριζώματα του νωτιαίου μυελού . Είχα αναρτήσει πάνω τους – πάνω στις λέξεις εννοώ - μιαν ελάχιστη βεβαιότητα ύπαρξης, μια σιγουριά ότι κατώφλι σημαίνει κατώφλι, πως θάνατος σημαίνει θάνατος κι άλλους τέτοιους όμορφους αντιπερισπασμούς.

Μα τώρα πια, με πόση χάρη αποδείξαμε το τέλος της αθωότητας, όταν σκαλίζαμε τα ολοστρόγγυλα αραβουργήματα στα τετράδια της πρώτης δημοτικού και προσμέναμε μαγεμένοι να μας αποκαλύψουν τους μυστικούς θησαυρούς της επικοινωνίας . Κατανοήσαμε πια ότι πρόκειται για μιαν επικοινωνία κατ’ επίφαση, κάθε λέξη και μια επιταγή που αποδείχτηκε ξεδιάντροπα ακάλυπτη . Η αυστηρότητα της μολυβένιας χαρακιάς, πάνω στο λευκό χαρτί, εξαντλούνταν τελικά στην αυστηρότητα του σχήματος κι όχι του νοήματος . Κάθε φορά που παλεύω να ξεχωρίσω το χρώμα της καλημέρας, νιώθω τη λέξη να λιώνει στ’ αυτί μου σαν ηχητικό καλειδοσκόπιο . Η καλημέρα δεν είναι πια μία, είναι χίλιες-μύριες καλημέρες : άλλες γλυκές σαν ζεστή σοκολάτα τις αισθάνεσαι να γλιστρούν στα σωθικά σου σαν αντι-γύρισμα αγκαλιάς, άλλες αδιάφορες σαν πικροδάφνες πεταμένες στα κράσπεδα κάποιας εθνικής οδού, υπάρχουν απλά για να υπάρχουν, άλλες παγερές τις νιώθεις να έρπουν στην πλάτη σου, όπως το μαχαίρι γλιστρά και βυθίζεται μέσα στο βούτυρο.

Πιάνω απ’ τη μεριά μου να χτίσω γεφύρι, πιάνεις να χτίσεις κι εσύ απ’ τη δική σου . Δε λέω, γιοφύρια χτίζονται με πράξες, όχι με χρωματιστές ανάσες . Μ’ αυτό ακριβώς, ακόμα κι αν οι πράξες τούτες δε λείπουν, χρειάζεσαι κουβέντες να τις ντύσεις γιατί δε μάθαμε τη γύμνια και αισχυνόμαστε ή τη μπερδεύουμε με φτώχια – πόσο θλιβερό το τελευταίο . «Να», σου λέω, «το γιοφύρι που χτίζω για να σε πλησιάσω είναι πορφυρό» κι εσύ μου απαντάς για το δικό σου, που είναι βαθύ γαλάζιο και στο σημείο αυτό όλα μοιάζουν μαγικά (ή μαγεμένα) και γεμάτα υποσχέσεις αγγιγμάτων . Καθώς πλησιάζουμε, όμως, διακρίνω πως το γεφύρι σου δεν είναι βαθύ γαλάζιο μα ξεβαμμένο μπλε κι εσύ, όμοια, ανακαλύπτεις αντί του πορφυρού δικού μου, το καφετί της ώχρας . Στο σημείο αυτό, κοιταζόμαστε σαν άγνωστοι κι είναι το σημείο, που συνήθως παραπατούμε . Ξεχνούμε το γιοφύρι πίσω απ’ τα χρώματα . Για πάντα θα μας στοιχειώνει η σύγκριση μ’ εκείνη την αρχική, γαλάζια ή πορφυρή υπόσχεση.

Η λέξη, αυτή η καταραμένη λέξη . Κάποτε, παιδί ακόμη, σκαρφάλωσες σ’ ένα ψηλό δέντρο κι έχτισες εκεί το παραμυθένιο σου κάστρο . Οι πολεμίστρες του ευώδιαζαν ρετσίνι, πίσω απ’ τα φυλλώματα έπαιζες με τα τζιτζίκια και μελετούσες ονείρατα . Για σένα το δέντρο ήταν σπίτι σου . Κάποτε, παιδί ακόμη, προσπάθησα να σκαρφαλώσω σ’ ένα δέντρο, μα γλίστρησα και πέρασα τους επόμενους μήνες στο νοσοκομείο, στο σπίτι, στη φυσιοθεραπεία . Για μένα το δέντρο ήταν εξορία, ήταν στοιχειό . Όταν μου μιλάς για δέντρα τρομάζω . Οργίζεσαι που δεν καταλαβαίνω . Προσπαθείς να μοιράσεις ευθύνες, θέλω μονο να καταλάβεις . Θίγεσαι . Μιλώ μόνο για το δέντρο, μα εσύ θαρρείς μιλώ για σένα . Οι λέξεις, οι λέξεις . Δίχως όρια, δίχως αιδώ, διαχέονται μέσα σε ό,τι μας ορίζει, σε ό,τι μας κάνει πιο ανθρώπινους . Σαν καρκινώματα, μεθίστανται από το ένα ζωτικό μας αίσθημα στο άλλο . Οι καρδιές μας καταρρέουν προσπαθώντας ν’ αγαπήσουν ορίζοντας, άρα χωρίζοντας . Αχ η λέξη, αυτή η καταραμένη λέξη, που σα μαχαίρι τεμαχίζει τα δάχτυλα που πασχίζουν να αγγίξουν, ένα το άλλο.

Η λέξη, που δεν είναι απλά η λέξη . Η λέξη που δεν είσαι απλά εσύ . Η λέξη που είναι η μάνα σου και ο πατέρας σου . Η αυλή που μεγάλωσες, το πρώτο σου σχολείο . Οι βρωμικες πολυκατοικίες της γειτονιάς σου, τα κύματα που ζώνουν τη χώρα σου ή τα βράχια που τη στερεώνουν . Το αίμα που πότισε τα σπαρτά που σήμερα σε θρέφουν ή τα βιβλία . Η λέξη κι η γενιά της που κρατάει απ’ το χαρτί, που κρατάει απ’ τον πάπυρο, που κρατάει από μια χαραγματιά στην πέτρα . Να πολεμήσω τη λέξη δε μπορώ, ότι να πολεμήσω όλα τούτα πίσω της πρέπει . Άλλο δε μπορώ να κάνω όμως . Η πράξεις μου δεν στέκονται χωρίς τις λέξεις . Γιατί η πράξη μου γίνεται για κάποιο λόγο κι ο λόγος είναι λέξεις . Να πολεμήσω τη λέξη δε μπορώ, ότι να πολεμήσω τον εαυτό μου πρέπει, καταρχήν . Και κατόπιν τον Αλέξη, καθότι ως γνωστόν πίσω από τις λέξεις κρύβεται ο Αλέξης . Όπερ έδει δείξαι και στ’ αρχίδια μου . Ευχαριστώ !

Φοβάμαι...

Έτσι φοβάμαι πως θα πεθάνω κάποτε: μονάχος, αυτοεξόριστος, έωλος.

Μονάχος.

Αυτό φοβάμαι, πως θα γείρω κάποια στιγμή νεκρός, πάνω στο πληκτρολόγιο, έχοντας εκπορνεύσει το βιος μου κι έχοντας κανιβαλίσει τα αποφάγια. Θα γείρω και θα καταρρεύσω, έτσι απλά, αφού δε θα υπάρχει πια να με στηρίξει ούτε λατρεία, ούτε απέχθεια καμιά. Και θα με βρουν, αργότερα, παγωμένο, κοιλιά επιμελώς διογκωμένη απ’ τη φιλεύσπλαχνη αποσύνθεση, ψίχουλα στα γένια, στο φανελάκι, λεκιασμένα εσώρουχα, ρυπαρό και γλοιώδη.

Αλλά, προπάντων, θα με βρουν μόνο. Με το δείκτη μετέωρο, ένα ψυχορράγητο κλικ μακριά από την αγάπη. Πεθαίνοντας, όπως ακριβώς αγάπησα: φοβισμένα, ηδονοβλεπτικά, παράνομα. Δίχως πνευματικά δικαιώματα, δίχως έγκριση ποτέ.

Έτσι, ακριβώς, φοβάμαι πως θα πεθάνω: ξεπουλημένος, σακάτης, πρόστυχος. Ένας πορνόγερος, που θα επιδεικνύεται ξεδιάντροπα στις νοσοκόμες, στο δρόμο, στα μικρά παιδιά.

Ή πάλι, ίσως σβήσω άξαφνα, με μια γελοία γκριμάτσα τρόμου, απανθρακωμένος μπροστά στον υπολογιστή μου. Με το δεξί μου χέρι τεταμένο μπροστά (στο ποντίκι) και το αριστερό κολλημένο στο πλευρό (πληκτρολόγιο), θα μοιάζω με νεκρό Καραγκιόζη. Στη ματιά μου, το μόνο που θα θυμίζει πλέον τη σπαταλημένη ζωή, η νεκρική φωταύγεια της οθόνης, ο απόηχος. Κι ένα διακριτικό μήνυμα, που θ’ αναβοσβήνει μαυλιστικά στο περιθώριο, θα με ξεπροβοδίζει επικριτικά, μάταια προειδοποιώντας με για την ορθογραφία μιας αδιάφορης πια λέξης.

Ο ύπνος του δικαίου...

Και, ξαφνικά, ξημερώνει ένα πρωί, που η γη σιγο-τρέμει και στον αέρα πλανιέται οσμή από ανθρώπινο αίμα. Ανοίγεις τα μάτια ανήσυχος, μα δεν καταλαβαίνεις: το ξυπνητήρι είναι κατηγορηματικά ρυθμισμένο για τον επόμενο αιώνα. Αφουγκράζεσαι την ατμόσφαιρα αγουροξυπνημένος, τεντώνοντας το λαιμό σου, σαν αξιοθρήνητη χελώνα. Ξεχωρίζεις βιαστικά βήματα στους δρόμους, απόηχους κραυγών κι ίσως μακρινούς πυροβολισμούς. Ρίγη τοξικής δειλίας σε διαπερνούν. Ασφυκτιάς από τη μπόχα σου, μα πάλι δε τολμάς! Βουλιάζεις... Βουλιάζεις, όλο και βαθύτερα, μες το πουπουλένιο σου σάβανο.

Όμως, κάποτε οι φωνές πλησιάζουν! Πλησιάζουν τόσο, ώστε νιώθεις δόντια να κροταλίζουν πίσω απ’ την πόρτα σου! Φωνές που ορθώνονται γύρω σου εκκωφαντικές! Όλο και περισσότερες! Όλο και πιο άγριες! Σε καλούν να ξυπνήσεις! Σε προκαλούν! Μα εσύ κουκουλώνεσαι με τη κουβέρτα, τρίβεις τα μπούτια σου και μυξοκλαίς «Όχι, όχι ακόμη! Πέντε λεπτά, σας παρακαλώ! Πέντε λεπτά ακόμη και σηκώνομαι»! Και τα πέντε λεπτά γίνονται ώρες, οι ώρες γίνονται ημέρες, χρόνια κι η ζωή σου τελειώνει στο ίδιο αυτό κρεβάτι. Θα σε βρουν κάποτε, τυλιγμένο σε συσκευασία αποσυντεθειμένου εμβρύου, με το κεφάλι χωμένο μέσα στον ίδιο σου τον κώλο, όπου λίγο πριν πεθάνεις θα αναζητούσες μάλλον το τηλεκοντρόλ, ίσως πάλι μιαν αφορμή να ζήσεις. Θα σε ανακαλύψουν από την αποφορά των ίδιων σου των περιττωμάτων. Τόσο που αγαπούσες τον εαυτό σου, δεν άντεχες ούτε τη βρωμιά σου να αποχωριστείς!

Οι γείτονες θα διαφημίζουν καταβεβλημένοι τη φρίκη τους, από κανάλι σε κανάλι, πως ήσουν καλός άνθρωπος – μα λίγο ιδιόρρυθμος – και τα σχετικά για το που έχει φτάσει η κοινωνία μας. Πάει να πει, η κοινωνία των άλλων, αφού οι ίδιοι δεν κοινώνησαν παρά κουφάρια. Θα σε ακρωτηρίαζαν, ευχαρίστως, σαν το μετανάστη στο φανάρι, αν δεν ταίριαζε η απόχρωση της πείνας σου με τα καινούργια τους λουστρίνια. Έπειτα, κοιτάζοντας καχύποπτα στο βάθος του δρόμου ή τη γωνία – καθώς ο αντίλαλος μιας αφυπνισμένης οργής θα κλιμακώνεται, ολοένα και πιο σιμά - θα σφαλίσουν ξανά τις πόρτες τους και θα επιστρέψουν, με τη σειρά τους, στα δικά τους κρεβάτια. Θα σφραγίσουν ερμητικά τα πατζούρια – καθότι το πολύ φως πάντοτε τους ενοχλούσε – και θα πάψουν να σκέφτονται, μονάχα θα ονειρεύονται. Θα ονειρεύονται πως είναι ξύπνιοι κι άλλους ωραίους εφιάλτες, αποστειρωμένους και θρεπτικούς. Θα πέθαιναν, αν ήταν δέον της κοινωνικής τους υπόστασης. Αλλά κι αυτός ο θάνατος απαιτεί μια στοιχειώδη αξιοπρέπεια. Κι εκεί, πάνω στο γλυκό κάρωμα της αυταρέσκειας, μια κραυγή θα σαρώσει τις στέγες κι ο κόσμος ολόκληρος θα καταρρεύσει πάνω από τα κρεβάτια τους. Θα σβήσουν ήσυχα, ανώδυνα. Σαν να μην είχαν ποτέ υπάρξει. Κι έπειτα η σιγή του θανάτου. Έπειτα, η γη θα θρηνήσει για σαράντα ημέρες ή αιώνες τα χαμένα της παιδιά.

Όμως, στο τέλος του θρήνου, όσοι θα βρίσκονται στους δρόμους – οι λυτρωμένοι – θ’ αφήσουν το τουφέκι απ’ το χέρι, θ’ αφήσουν τους νεκρούς αδερφούς, τους γονείς πίσω. Όχι χωρίς θλίψη, μα έτσι θα πρέπει, πίσω να μείνουν όλα! Πάνω στα ερείπια, να σπείρουν και να ποτίσουν σπιτικά. Πάνω στους νεκρούς, να σπείρουν και να ποτίσουν ζωντανούς. Πάνω στα αποκαΐδια να σπείρουν και να ποτίσουν εστίες. Κι όταν τα λιγοστά σπόρια σωθούν, ν’ αποσυρθούν θα πρέπει κι αυτοί οι ίδιοι! Σε μια γωνιά να σβήσουν, να καθαρίσει για πάντα αυτή η πανούκλα, του παλαιού Ανθρώπου! Κι όταν θα δώσει ο καρπός, αδερφέ μου – αχ, αν θελήσει να δώσει ξανά αυτή σπορά – τότε να δεις… τότε να δεις πως θ’ αντηχήσουν τα θεμέλια ξανά... πως θα ραγίσει το στερέωμα από το γέλιο το πρώτο, τον έρωτα… Αλλά εσύ, εγώ… εμείς, βέβαια, θα είμαστε απόντες…

Άνθρωπος να ‘μαι, πια δεν το θέλω!

Άνθρωπος να ‘μαι, πια δεν το θέλω! Κουράστηκα! Κι αν αύριο, τα βήματα του θανάτου προϋπαντούσα κάθιδρος, θρυμματισμένος από τον τρόμο στο κατώφλι, σχίζοντας τα μάγουλά μου από την αναμασημένη απελπισία, θα ‘ταν αυτό το ευχαριστώ μου. Θα ‘ταν μια κάποια λύτρωση. Γιατί μετρώντας και ξαναμετρώντας την ύπαρξη ετούτη, δε λέει να τη χωρέσει ο νους μου. Τι τα θες; Μια βγαίνω λειψός, μια περισσεύω. Μια γωνιά ‘δω πάνω, μια κώχη να χωρέσω, να ξαποστάσω, πουθενά! Είναι κι αυτό, βλέπεις, πως φοβάμαι φίλε μου την αγκαλιά. Φοβάμαι πως θα διαρραγώ σε λυγμούς, γιατί κάθε που μ’ αγγίζουν αναθυμούμαι ξαφνικά πως υπάρχω...

Άνθρωπος να ‘μαι, πια δεν το θέλω! Όχι, δεν το θέλω ν’ αγαπώ! Γιατί κι εσείς, λατρεμένοι της ζωής μου, τόσο φτηνό είναι το αίμα σας, που σχεδόν τσάμπα το περισυλλέγω στις αγορές του Κόσμου. Κι αυτό δεν το αντέχω! Αχ καλέ μου Βάρναλη! Τα σκουλήκια δεν πεθαίνουν διαμελισμένα σε μιαν αγορά του Κοσόβου, απανθρακωμένα σ’ ένα λεωφορείο στο Ιρακ ή στη Γάζα, αιμορραγώντας κάτω από συντρίμμια ενός χαμόσπιτου! Τα σκουλήκια δεν πεθαίνουν στη Σομαλία, μ’ ένα κατσαβίδι καρφωμένο στην καρωτίδα, πνιγμένα από το ίδιο τους το αίμα! Δεν ψυχορραγούν στις ασπαίρουσες αγκαλιές άλλων σκουληκιών, σε ασθενοφόρα που αναδίδουν εκκωφαντική την αποφορά της επερχόμενης ήττας ή σε χειρουργεία αποστειρωμένα από τους ήχους του δρόμου ή την ελπίδα.

Απόκαμα πια! Μα δεν το βλέπετε, λοιπόν; Δε βλέπετε τους φίλους σας να φέρνουν στον κόσμο παιδιά, παιδιά που είναι ήδη νεκρά κάπου στη γης; Ποιο χαμόγελο θα γείρει υπέρ μας την πλάστιγγα του θανάτου, τη σφοδρότητα του φονικού που μας καταπίνει; Ποια μάνα μπορεί να σηκώσει νεκρό παιδί, δίχως να καταρρεύσει ο καθρέφτης του κόσμου σε θρύψαλα; Ποιος πατέρας, δίχως να λυγίσουν τα μπράτσα του απ' την ανημπόρια, απ' το παμφάγο σαρκασμό του φρεσκοσκαμμένου χώματος; Πόση υπομονή, λοιπόν; Πόση αγάπη χρειάζεται για να σταθούμε τίμιοι, απέναντι στο μαχαίρι που μας σαρώνει; Πόσο μίσος αντέχουν τα τοιχώματα της καρδιάς μας, προτού γίνουμε εμείς το μαχαίρι;

Όχι, όχι, αδερφοί μου! Άνθρωπος να ‘μαι, πια δεν το σηκώνω! Ανάμεσα στον Άνθρωπο και το σκουλήκι, χίλιες φορές το τελευταίο! Χίλιες φορές, το σκουλήκι διαλέγω! Δεν το μπορεί, ο Άνθρωπος, να σηκώσει τον Κόσμο κι όμως πρέπει. Δεν το μπορεί, το σκουλήκι, να σηκώσει τον Κόσμο, μα δε χρειάζεται. Έτσι δειλός, μοιραίος κι άβουλος αντάμα, να προσμένω μόνο κάποια φτέρνα...

345 συν πλην...

Είναι που ο αριθμός των νεκρών λένε πως ξεπερνά τους τριακόσιους σαράντα πέντε. Και σκέφτομαι, αν ήταν οι νεκροί τριακόσιοι σαράντα τέσσερεις; Θα ήταν ο κόσμος λίγο πιο όμορφος τότε; Το Σάββατο, πέθανε ακόμη ο πατέρας του φίλου μου. Και σκέφτομαι, αν ήταν οι νεκροί τριακόσιοι σαράντα έξι κι ο πατέρας του φίλου μου ζούσε; Θα ήταν ο κόσμος λίγο πιο όμορφος τότε; Ανάμεσα στους θανάτους και στο θάνατο καταβροχθίζω ένα σάντουιτς, τυρί, ζαμπόν κι ένα μικρό, διαμελισμένο αγόρι. Το σώμα θριαμβεύει σαρκαστικά, ανενδοίαστα, καθώς χωνεύει εξίσου το ανεπαρκές δάκρυ ή τα οπίσθια της ενοχής που περπατάει μπροστά μου. Τρέμω απ’ το κρύο κι από τη σκέψη πως εγώ ακόμη ζω. Τι σημαίνει «ζω»; Τι σημαίνει «ακόμη»; Τι σημαίνει «σημαίνει»; Το βράδυ, σα θα μείνω μόνος, σα θα με περικυκλώσει ο θάνατος από παντού, οχυρωμένος πίσω απ’ τους νευρώνες και το παχύ μου έντερο, θα μελετήσω ξανά τη σκηνή του φινάλε και την ατάκα που πρέπει ν’ απαγγείλω κλαίγοντας. Φαντάσματα θα ξεπροβάλλουν απ’ τα νεκρικά μου βιβλία, τις ναφθαλίνες, τις κόγχες των οφθαλμών μου, κι ενθουσιασμένα απ’ την εξαιρετική ερμηνεία θα με χειροκροτούν καθώς θα αιμορραγώ μέχρι θανάτου. Όμως εγώ, το μόνο που γύρεψα είναι ένας ορισμός της ζωής. Ανοίγω την τηλεόραση και στο λήμμα «απανθρακωμένο πτώμα» βρίσκω μια φωτογραφία της αδερφής μου. Θέλω να ζητήσω συγγνώμη απ’ τους γονείς μου, γιατί γεννήθηκα. Θέλω να τους χαρίσω εκείνη τη μικρή, τσιμεντένια προκυμαία, μ' εκείνη την πεισιθάνατη, παιδική αγκαλιά, καταμεσίς στο στήθος.

Είναι που ο αριθμός των νεκρών λένε πως ξεπερνά τους τριακόσιους σαράντα πέντε. Και αναρωτιέμαι, αν ήταν οι νεκροί τριακόσιοι σαράντα τέσσερεις κι εγώ μια πέτρα του δρόμου, κι εγώ σκόνη στα παπούτσια των μαθητών; Θα ήταν ο κόσμος λίγο πιο όμορφος τότε;