Το βλέμμα του θανάτου



Σα φτάσει η ώρα να με τιμήσει ο θάνατος, θα με κοιτάξει ακριβώς με τούτη τη ματιά. Δε θα 'χει το βλέμμα του αυστηρό ή τιμωρητικό, δε θα ζητήσει λόγο. Μήτε θα σταθεί μ' εκείνες τις αδειανές κόγχες των μαραμένων κρανίων να χάσκουν σκοτεινές κι ανέκφραστες απέναντί μου. Όχι! Το βλέμμα του θα είναι γυμνό και τίμιο ερώτημα. Θα 'χει δανειστεί κάτι απ' το κρυστάλλινο αυτό βλέμμα σου, μικρή μου Ιμάν, ή μπορεί πάλι - αν είμαι τυχερός - να 'σαι κι εσύ η ίδια που θα 'ρθείς να με γυρέψεις, να μ' οδηγήσεις απ' το χέρι. Στην όψη σου, πηχτή ανερμήνευτη ντροπή σαρκώνεται μέσα μου, σέρνεται ανεμπόδιστα, καταλυτικά. Λεηλατεί αδήριτα την ύλη που με κρατά ορθό, θρομβώνει ό,τι με κρατά ζωντανό, την ελπίδα, το χαμόγελο, την επιθυμία. Κι ίσως ετούτη τη ντροπή παλεύω να εξιλεώσω με την προσμονή να εναποθέσω τη ζωή μου στα χέρια σου, σαν έρθει η ώρα. Σαν αντιστάθμισμα, δηλαδή, μιας αδικίας που ξεπερνάει όχι μόνο εμένα μα κι οποιοδήποτε μέτρο των ανθρώπων. Μικρή μου Ιμάν, στους μόλις 18 σου μήνες ήρθες αντιμέτωπη με το πρόσωπο του κόσμου. Γνώρισες αυτό το πρόσωπο στην πλήρη του αιχμηρότητα και διαύγεια, όπως εγώ δε θα καταφέρω ποτέ μου να γνωρίσω, με τις εκατοντάδες στρογγυλεμένες λέξεις και τη φιδίσια μου περπατησιά.

Διαβάζουμε συχνά για τ' αδειανό, γυάλινο βλέμμα των νεκρών. Μα τούτο τ' άσπιλο κρύσταλλο που 'χεις στα μάτια, που στέκει τώρα ξέχειλο μπροστά μου, έτοιμο να εκραγεί από σκοτεινή εκφραστική πληρότητα, ακόμη και τώρα, με τόση καθυστέρηση, ζητά παραμυθία. Και ξεχειλίζει ακόμη από τ' αμέτρητα εκείνα θαύματα, τα οποία δεν πρόλαβαν να ειπωθούν ή ν' αντικρύσεις. Τι να προλάβεις, ψυχούλα μου άγουρη, στο μεσοδιάστημα μιας τόσο σύντομης διαδρομής ανάμεσα σ' αρχή και πέρας, ώστε δυσκολεύεται κανείς ακόμα και να τ' ονομάσει τούτο «ζωή»; Οι μετρημένες ανάσες των 18 μηνών σου, πώς είναι δυνατόν να ενταχθούν σ' οποιονδήποτε ορισμό μιας φευγαλέας ευτυχίας, πόσο μάλλον τώρα, πολιορκημένες από συνθήκες τόσο κτηνώδεις κι άθλιες όσο αυτές που σε γαλούχησαν; Πόσο θράσος να 'χει, λοιπόν, κανείς ώστε να μιλήσει για λογαριασμό σου Ιμάν; Κι εγώ ακόμη, φτηνός, μικρός, τι κάνω εδώ παρά να βλασφημώ, ξερνώντας αυτά που μόνον η δική μου καρδιά γυρεύει, αγνοώντας πώς να στριμώξω σε λέξεις την εκκωφαντική σιωπή σου; Και τα γλυκά χειλάκια σου, μικρή μου, τα μισάνοιχτα γλυκά χειλάκια σου, σταματημένα απότομα, βίαια, μοιάζουν παγωμένα ακριβώς εκεί, μετέωρα πάνω από μια τελευταία λέξη, ένα ψιθυριστό παράπονο. Στέκουν εκεί γεμάτα έκπληξη, απορία, απέναντι σ' ένα θάνατο για τον οποίο ποτέ κανείς δε σε προετοίμασε κι ούτε κανείς κατάφερε να σε προφυλάξει. Μικρούλικα χείλη παρατημένα από το χρώμα της ζωής, καταμεσίς παρατημένα στο συλλάβισμα μιας άδολης κραυγής.

Κι όμως, ο θεριεμένος λόγος της ύπαρξης, έχει κι αυτός μια δύναμη ανυπέρβλητη και συχνά ισοδύναμη εκείνης του θανάτου. Όταν τα χείλη στερούνται τη φωνή τους, στερούνται την έκφραση, όταν κι οι πράξεις τον αρνούνται, ο λόγος ωστόσο αδάμαστος, ακατάβλητος, βρίσκει διαρκώς τρόπους να δραπετεύσει. Η τελευταία κραυγή ενός πλάσματος που ξεψυχά είναι αδύνατο να φιμωθεί, όπως ακριβώς είναι αδύνατο να φιμωθεί μια τρικυμία, ένας βαθύς πόνος. Η τελευταία κραυγή δεν έχει ανάγκη τη γλώσσα, τα χείλη ή τον ήχο. Γίνεται κραυγή η ίδια η όψη του ανθρώπου, το σώμα του, το κύτταρο που τον συνθέτει. Η κραυγή του ανθρώπου περιγελά την επίπλαστη λέξη. Όπως το ζώο κι ο άνθρωπος, συμμετέχει σ' αυτήν μ' ολάκερη την υπόσταση, το είναι του. Οι γλωσσικές αρθρώσεις γίνονται αρθρώσεις χεριών και δαχτύλων, σπονδύλων και μηρών. Τα σημεία στίξης γίνονται συστροφές μυών και τανυσμοί νεύρων, ρίγη που συνταράσσουν το κορμί, σιωπές που παραλύουν. Το χρώμα του λόγου κυριαρχείται τώρα από το μέταλλο του αίματος ή την ώχρα της απώλειάς του, τον ίκτερο του ματιού ή τις μυριάδες κι ανείπωτες εκείνες αποχρώσεις απ' την παλέτα του θανάτου, τις οποίες μπορεί ν' αποκτήσει ένα σώμα ξεψυχώντας. Κανόνες της σύνταξης γίνονται, τώρα, οι βιολογικοί σπασμοί μιας ύλης που παλεύει ν' αναιρέσει τους τεμαχισμούς της και ν' αποκτήσει πάλι νόημα. Μα πολύ περισσότερο, λόγος γίνεται εκείνη η ανερμήνευτη εμπειρία και μαρτυρία ενός ανείπωτου όλου, μιας ασπαίρουσας όψης την οποία αντιλαμβάνεται κανείς μονάχα με τα σωθικά του. Μια δίνη παραλογισμών η οποία προκαλεί ναυτία και θρυμματίζει κάθε γραμματική τάξη και δυνατότητα λεκτικής εκτόνωσης. Είναι ένα αίσθημα αδύνατον να καταγραφεί ή να περιγραφεί με άλλον τρόπο, παρά μόνον από την αμεσότητα των αισθήσεων του όντος απέναντι στο ον. Εξ ου κι ο νους καταρρέει ανυπεράσπιστος σε κονιορτό και λάσπη, απέναντι σ' αυτην τη νέα επίθεση του κόσμου. Δεν έχει τάξη να καταφύγει κανείς απ' το παράλογο ετούτης της αντίφασης που συνιστά ένα νεκρό παιδί, του οποίου μάλιστα ο νεκρικός λόγος είναι δυσανάλογα πλουσιότερος κι εκφραστικός σε σχέση με το λόγο εκείνο που πρόλαβε ποτέ ν' αρθρώσει ατό του.

Μικρή μου Ιμάν, μικρό γλυκό μου πλάσμα, σε κοιτώ στα μάτια κι όσο κοιτώ τα δικά μου κυλούνε ακατάσχετα κι όλα θολώνουν μπρος μου, η μορφή σου κι ο κόσμος ανακατώνονται. Δεν υπάρχει σωτηρία από τούτη τη φυλακή απελπισίας άλλη, απ' την απόλυτη κατάθλιψη ή την απόλυτη οργή. Όχι όμως εκείνη που πνίγεται σαν αναφιλητό, μα την οργή που γίνεται γροθιά κι αποκαθιστά τον κόσμο ένα βήμα ή μια ζωή πίσω. Μα για σένα δεν είναι πια επιστροφή, μικρή μου Ιμάν. Μικρό γλυκό παιδί μου, άγγελε μες στους μυριάδες π' απόμειναν άστεγοι από μοίρα κι ουρανό, μόνον αυτό μπορώ 'δω χάμου να ψελλίσω: συγγνώμη, συγγνώμη, συγγνώμη, γιατί σταθήκαμε τόσο ανεπαρκείς, τόσο μικροί στη δύναμη, τόσο μικρότεροι από σένα!

[ Πηγές: Synoraanoixta / Anadolu / Gettyimages ]

Qinni

Δίχως να γνωρίζω διόλου την ευαίσθητη αυτή ψυχή, η οποία φανερωνόταν στo ηλεκτρονικό σύμπαν με το ψευδώνυμο Qinni, βαρυθύμησα μ' αναπάντεχη και παράδοξη θλίψη σαν έμαθα το θάνατό της. Σα να μιλούσαν για δικό μου άνθρωπο -μια παλιά συμμαθήτρια, έναν ξεχασμένο γείτονα, ένα ζεστό χαμόγελο που με σημάδεψε ανεξίτηλα. Για τους γνωστούς της ο θάνατος δεν ήταν ακριβώς αναπάντεχος, μαθαίνω πως χρόνια πάλευε για την υγεία της κι είναι η τέχνη της θαρρώ σημαδεμένη από τούτο. Είχα φυλάξει το σύνδεσμο, απ' όπου πληροφορήθηκα το θάνατό της, για κάποια πιο ταιριαστή στιγμή. Έτσι σήμερα, βυθισμένος καθώς βρίσκομαι σε μια γλυκιά εσωστρέφεια, επέστρεψα να συνομιλήσω με τις μνήμες αυτού του γλυκού ανθρώπου. Αναζητώ τα έργα της στο διαδίκτυο. Εδώ θα βρείτε πολλά συγκεντρωμένα. Κάποια απ' τα σκίτσα της σχεδόν οικεία, σα να τα γνώριζα από πάντα, αρχικά μπορεί να φανερώνουν μιαν αφέλεια μ' αν σταθεί κανείς με προσοχή θα του φανερωθεί μια δουλεμένη, πηγαία τρυφερότητα. Ακριβώς γι' αυτό έχει αξία κι η τέχνη της είναι -για μένα- χιλιάδες φορές σημαντικότερη από ένα σωρό δημιουργίες, που θα μπορούσαν να μην είχαν διόλου υπάρξει δίχως μας κάνει την παραμικρή διαφορά -όπως να πούμε ετούτο το άθλιο πορτρέτο ενός ηγεμόνα. Τα έργα της Qinni δεν ήταν απλές φαντασιοπληξίες του συρμού, σκηνοθετήματα που εξαντλούνταν στη μανιέρα και τον εντυπωσιασμό, μα περισσότερο ήταν ψυχογραφήματα ενός ευαίσθητου και ταλαιπωρημένου ανθρώπου. Είναι απείρως διαφορετικό όταν κανείς ζωγραφίζει αυτό που νιώθει, παρά εκείνο που βλέπει ή που φαντάζεται, έτσι στεγνά. Εδώ είναι η σημασία, η ανάγνωση ενός δημιουργήματος να συνιστά μορφή συνομιλίας κι όχι απλά αισθητικό καταιγισμό. Να συνομιλείς με την ψυχή ενός ανθρώπου, ακόμα κι αν το μέσο -δηλαδή η τέχνη του- στερείται σε τελειότητα ή μεγαλείο, τι άλλο στοίχημα μπορεί να κερδίσει κανείς από τους καθημερινούς καλλιτέχνες, εκείνους δηλαδή που δεν τους έχει στέψει η Ιστορία δαφνοστέφανα κι άλλα ετεροχρονισμένα; Εντάξει, δε θα πω περισσότερα κι ένας απ' τους λόγους είναι πως υπάρχει φόβος, τιμώντας κάποιον υπέρμετρα, να βλασφημείς τελικά κι ασυνείδητα απέναντί του, παρουσιάζοντας δηλαδή έναν άνθρωπο διαφορετικό από εκείνον που 'ταν. Να πω μονάχα τούτο, τελευταίο. Υπάρχουν έργα τα οποία σε πεντακόσα χρόνια θα 'χουν αξία μονάχα για τους κριτικούς και τους ιστορικούς της Τέχνης, έργα τα οποία θα 'χουν ψοφήσει μαζί με την εποχή που τα γέννησε. Υπάρχουν κι έργα, μπορεί και σκαριφήματα του ποδαριού, τα οποία ακόμη και τρεις χιλιάδες χρόνια μετά, αν σκύψει κανείς από πάνω τους θ' αφουγκραστεί τον ίδιο ψίθυρο του ίδιου ανθρώπου, του ίδιου ακριβώς πλάσματος το οποίο γνώρισε κάποτε το φως αυτού του κόσμου, γέλασε, αγάπησε, πόνεσε πολύ κι έπειτα -νωρίς, αργά, δεν έχει σημασία- έγειρε και ξεψύχησε κατά τις προσταγές της κοινής μοίρας. Ετούτη η τίμια, διαχρονική γλώσσα είναι η γλώσσα που μιλούν μεγάλα έργα, όπως τα πορτρέτα του Φαγιούμ, ή άλλα ταπεινότερα όπως οι τρυφερές διαδρομές της Qing Han, καθένα στην κλίμακά του. Αυτό είναι, λοιπόν, ένα αργοπορημένο αντίο κι από μένα.

Υστερόγραφο

Είναι πολλά εκείνα τα οποία ζηλεύω σ' έναν «άστεγο» από επιλογή. Έχω γνωρίσει έναν τουλάχιστον τέτοιο λεύτερο άνθρωπο, το Γιώργο, καβάλα στο ποδήλατό του κι εγώ στο δικό μου, εκείνο το καλοκαίρι του 2006 σ' ένα δρόμο έξω απ' το Αίγιο. Μα υπάρχουν τα εξής τρία που δε θα κατάφερνα ποτέ να ελέγξω: το κρύο, η διαρκής παρουσία των ανθρώπων κι η έλειψη καθαριότητας. Μεταξύ αυτών, ωστόσο, μόνο τα δυο πρώτα μπορούν να σε σκοτώσουν. Καθένα, βέβαια, με τον ιδιαίτερο τρόπο του: το πρώτο μοναχικά και γρήγορα, το δεύτερο αργά και βασανιστικά.

Να 'σαι καλά, όπου κι αν βρίσκεσαι!

Άστεγοι με κουστούμια

Κι ωστόσο, σα συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησης, η αφορμή δεν ήταν διόλου πρόσχαρη κι ο νέος κόσμος που αναδύεται δεν είναι διόλου νέος. Κάθε που το κοινό της αστικής αρένας φτάνει να χασμουριέται στο τετριμμένο θέαμα, πιάνουν δουλειά οι σκηνογράφοι κι οι ενδυματολόγοι. Αλλάζουνε οι σκλάβοι τα κουρέλια τους μ' επώνυμα υφάσματα, τα σκονισμένα πεδία των μαχών στρώνονται άσφαλτο και φωτεινοί σηματοδότες υποβοηθούν την αποκομιδή νεκρών, τα πεινασμένα εξωτικά θηρία αντικαθίστανται τώρα με χορτάτους συμπολίτες μας -στο παραμικρό λιγότερο σαρκοφάγους. Η ίδια παράσταση από τότε που πρώτη φορά άνθρωπος χειροπέδησε άνθρωπο, η ίδια ανθρώπινη τραγωδία, εξακολουθεί να εκτυλίσσεται αμείωτη, ακάματη, υποδεικνύοντας, σε κάποιο βαθμό, πως εφτά ή δέκα χιλιάδες χρόνια αν προχωρήσαμε ένα βήμα ήταν στην αρτιότερη ύφανση του σάβανου. Βέβαια, ούτε στιγμή δεν μπέρδεψα τον εαυτό μου για ρεαλιστή, μονάχα απαισιόδοξο.

[ Αφορμή: PROlogos.gr ]

Κοιμώμενοι ωραία

Οι άνθρωποι π' αποκοιμούνται στα τρένα, τα λεωφορεία ή αλλού, όταν δεν είναι επιστέγασμα εξαθλίωσης (*) μα τίμιας κούρασης, είναι μικρές διαρροές ανθρωπινότητας σ' έναν κόσμο κατα τ' άλλα αδιάφορα παγερό, σχεδόν πεθαμένο. Σαν τις παρέες των εφήβων που γελούν κι αναμειγνύονται αυθόρμητα ή τα πλεγμένα χέρια των ανθρώπων που αγαπιούνται, περιγελούν τις επιφάσεις καθωσπρέπειας και φανερώνονται με την καθαρή γύμνια ενός μωρού. Αφήνονται στη χρεία τους, δεν υπερασπίζονται τον καθρέφτη, ομολογούν περίτρανα ότι δεν είναι παντοδύναμοι. Τα παραδωμένα τους πρόσωπα, έτσι όπως αφέθηκαν ακούσια να μη μετέχουν πλέον στη γελοιότητα του περιβάλλοντος, γεμίζουν την καρδιά μ' εκείνη την πρωτόγονη χαρά της απόδρασης από μια φυλακή -εν προκειμένω της νοσηρής πραγματικότητας. Οι άνθρωποι π' αποκοιμούνται στα τρένα ή αλλού δεν θα μπορούσαν να πιστέψουν, αν τους εξηγούσα, πόσο ομορφαίνουν τη ζωή και τις διαδρομές μας, όχι γιατί 'ναι σε κάποιο βαθμό αστείοι ή ευάλωτοι, μα περισσότερο γιατί μας ψιθυρίζουν γητέματα λησμονημένων μάγων, γαληνεύοντας τα πάθη που μέχρι εκείνη τη στιγμή ροκάνιζαν τον εσωτερικό μας κόσμο. Γιατί μας θυμίζουν πως ακόμα και μες στην τρέλα ενός καθημερινού πολέμου, υπάρχουν ακόμη πράγματα να σεβαστούμε.

(*) Ξαναδιαβάζοντας φοβάμαι μήπως η διατύπωση αφήνει περιθώρια παρερμηνείας: η εξαθλίωση σε καμία περίπτωση δεν υποτιμάται ως μη-ανθρώπινη ή ζωώδης, απλά αφήνεται στο περιθώριο γι' άλλη συζήτηση. Τα συναισθήματα που προκαλεί ένας άνθρωπος παρατημένος απ' όλους (ενν. όλους εμάς), όπως ένας «βρωμύλος» άστεγος, ένας ναρκωμανής «χτικιάρης», δε γαληνεύουν φυσικά την ψυχή μ' αντίθετα τη συνταράσσουν και τη μαστιγώνουν. Εδώ όμως δεν επιθυμώ να μιλήσω γι' αυτά τα συναισθήματα.

Kodokushi

Υπάρχουν εικόνες που - μ' όλη τη φρίκη τους - γλιστρούν άμεσες και με το νόημα αλώβητο, ακόμα κι αν δεν υπήρχε το χάρισμα της λέξης. Θ' αρκούσε να 'χει μοιραστεί κανείς το ψωμί και τ' αλάτι - που λέμε - ή την ανία και το αίμα. Κάτω απ' αυτή την οπτική, η προηγούμενη ανάρτηση δεν είναι παρά περιττή φλυαρία, γύρω από μιαν αλήθεια που όλοι γνωρίζουμε, μα φυλάττουμε καλά απ' το φως. Η μόνη λέξη που θα της αρκούσε θα 'ταν η πράξη. Δηλαδή, η πράξη της αποκάλυψης. Θ' αρκούσε απλά η γυμνή φωτογραφία κι όλοι θα γνωρίζαμε περί τίνος πρόκειται. Κανείς δεν πεθαίνει ακμαίος και λεφτάς στο πάτωμα, μέσα σε σωρούς κουρέλια. Ούτε παρατηρούμε τις συμπαγείς και πηχτές εκείνες στάμπες, που αφήνει πίσω της μια ζωή αποστραγγισμένη από άμεσο φόνο - σε αντιδιαστολή μ' έναν φόνο κοινωνικό, που σπάνια αφήνει ίχνη. Δεν απομένουν, έτσι, πολλές οι εναλλακτικές.

Υπάρχουν, πάλι, εικόνες που δεν είναι εικόνες παρά δίνες του νου ή ένα άλλο όνομα του ιλίγγου. Εικόνες που το μυαλό σκαλώνει σε μια φαύλα σημειολογική διαδικασία, η οποία αναλώνει εαυτόν. Είναι εκείνο το αμάλγαμα κωμωδίας και τραγωδίας, απέναντι στο οποίο ο νους ηττάται κατά κράτος. Άμα είσαι σοφός γίνεσαι κυνικός. Αμα πάλι δεν έχεις τη στόφα και τη δυνατότητα ετούτη, γίνεσαι έρμαιο της κατάθλιψης - μ' άλλα λόγια σε βρίσκει ο Άδης πριν το Θάνατο. Η φωτογραφία που ακολουθεί είναι από το υλικό ετούτο. Ας υποθέσουμε - και θέλω να πιστεύω - πως δεν είναι κατασκευασμένη κι έχει, μ' άλλα λόγια, κάτι απ' την τιμιότητα μιας «ειρωνίας της τύχης».

Πώς μπορεί, λοιπόν, ν' αστειεύεται κανείς, με τέτοια θέματα; ήταν η πρώτη μου αντίδραση. Πώς μπορεί κανείς να φωτογραφίζει και να δημοσιεύει τέτοιες μικροπρεπείς «λεπτομέρειες», ασύμβατες κι αποπροσανατολιστικές απ' το κυρίως θέμα; Ο «νεότερος» εαυτός μου, μέσα στην ψευδαίσθηση και τα υπολείμματα ισχύος, τα οποία απομένουν σ' έναν άνθρωπο 45 χρόνων, κρατά το γήρας ακόμη σε απόσταση, συναρτώντας το με μια μορφή γελοιότητας. Μια παράταιρη μασέλα δεν παρουσιάζεται στον αστόχαστο νου, παρά μόνο σα φάρσα και κακόγουστο αστείο. Μια φάρσα, που δεν κολλάει στην περίσταση. Πώς αλλιώς; Μια πεταμένη, παράταιρη μασέλα δε μπορεί να 'ναι η καθημερινή πραγματικότητα ενός πλάσματος ή μιας ζωής μ' αξιοπρέπεια.

Έπειτα ακολούθησε η σιχαμάρα. Τώρα, η σιχαμάρα ετούτη δεν είναι διαφορετικής φύσης από τη γελοιότητα που προηγήθηκε και θα τη βάλω στο ίδιο καζάνι. Δεν είναι σιχαμάρα τη μασέλας, παρά σιχαμάρα του γήρατος. Το γήρας δε μπορεί παρά να είναι γλοιώδες, βρωμερό και δύσοσμο, εκτός από γελοίο. Το γήρας μυρίζει και στάζει. Μυρίζει ιδρώτα και στάζει ούρα, ελληνικό καφέ και τσιγαρίλα, ξεραμένους λεκέδες και νεκρά κύτταρα. Μυρίζει κιτρινισμένο κερί και τρίχες, στάζει πηγμένο σάλιο. Το γήρας μυρίζει αρρώστια και φάρμακο - μυρίζει θάνατο. Πώς θα μπορούσε κανείς ν' αγκαλιάσει - κι ίσως να σώσει - εκείνο που είναι απεχθές; Και πώς να μη σιχαίνεσαι εκείνο που είναι άσχημο και νικημένο;

Τέλος, καταφτάνει με τη σειρά της η πραγματικότητα, κεραυνοβόλα κι απαρέγκλιτη ως καρπαζιά. Δριμεία κι επώδυνη σφαλιάρα, η οποία επαναφέρει την καθαρότητα της σωστής διάστασης και την προοπτική στο σημείο φυγής της.

Σαν πιάσει κι εγκατασταθεί στο νου, η τριάδα ετούτη, δε λέει να υποχωρήσει. Στήνει μονομιάς το τρελό της γαϊτανάκι κι ούτε η γελοιότητα υποχωρεί, ούτε αποδυναμώνεται η σιχαμάρα, μα ούτε κι η κατραπακιά ησυχάζει. Κι ούτε μπορώ, στιγμή, να πάψω να κοιτώ, δίχως ετούτα τ' ανάμεικτα αισθήματα, όπου σα φρενιασμένο γιν και γιανγκ περιδινίζονται το γελοίο, το σιχαμερό και το επώδυνο - ή σα να λέμε : η ντροπή, η απώθηση και η αποδοχή. Και πάλι απ' την αρχή, κυκλοτερά, σε τούτο τον αέναο ίλιγγο.

Είναι μερικές εικόνες που γλιστρούν γλυκόπιοτες σαν κώνειο ή σαν ξυράφι κι άλλες που σου δαγκώνουνε τα σωθικά, που σε ξεσκίζουν, που δε θα γίνουν κτήμα σου ποτέ.

Ιερά σινδόνη

Η ιερά σινδόνη του ανθρώπου δεν φυλάσσεται σε καθεδρικούς, δεν σκύβουν πάνω της άνθρωποι της Οξφόρδης, ούτε μια κουβέντα κάμει, για χάρη της, τον κόπο. Η ιερά σινδόνη του ανθρώπου μπορεί να ζέχνει αποσύνθεση ή μοναξιά, αντί βασιλικό και μελισσόκερο. Μπορεί να βρωμά με την αποφορά της σάρκας ή της ανθρώπινης πολιτείας. Η ιερά σινδόνη του ανθρώπου μπορεί και να 'ναι ένας λερός, ξεντεριασμένος τάπητας ή ένα στρώμα μουλιασμένο ιδρώτες και ούρα, σε μια σκοτεινή τρύπα του Τόκιο - ή σ' ένα κελί οπουδήποτε. Είναι ο τελευταίος μάρτυρας ενός ψιθύρου, ένας κώδικας εσαεί ανερμήνευτος. Η ιερά σινδόνη του ανθρώπου δεν είναι υφασμένη απ' τα συνηθισμένα υλικά, να πούμε βαμβάκι, ήλιο και λινάρι. Είναι απ' την ύλη μιας λείας αγκαλιάς κι απ' ορφανό βελόνι. Δεν είναι παρά εκείνη η ψευδαίσθηση οικειότητας, που έστω καταδέχεται το σώμα, σαν αποσταίνει πια κι εγκαταλείπεται γυμνό στην ελεημοσύνη των πραγμάτων.